I
Ποτέ δεν μέτρησε τα αστέρια
Μόνο τις σταγόνες από τα κύματα
Και τα χιλιάδες σωσίβια.
Όταν μάτωσε τα πόδια του στα βράχια
Όταν είδε την πεθαμένη μητέρα του
Μόνο τότε κοίταξε ψηλά
Δεν μέτρησε τα αστέρια.
Πόσα αστέρια δρόμος
Για να φτάσει εκεί που επιθυμεί η καρδιά
Στο σπίτι πριν βομβαρδιστεί
Στα παιχνίδια με τα αδέλφια του.
Αφιλόξενα αστέρια χαμηλώστε να σας μετρήσει.

II
Τώρα που γύρισες το μαξιλάρι ανάποδα
Για να μη φαίνονται οι ευχές
Τώρα που μπολιάστηκες από μπόλι άκαρπου δέντρου
Τώρα που ξυπνήσανε τα φίδια
Μήπως θα ’πρεπε να αγκαλιάσεις το τρομαγμένο παιδί
Να του πεις πως και εσύ δεν τον περίμενες
Έτσι τον κόσμο
Να του πεις πως και εσύ φοβάσαι για αυτά που θα ’ρθουν
Όσο κι αν η άνοιξη σου λέει να πεις ψέματα.

III
Συνάντησε έναν γνωστό του κι έλαμψε το πρόσωπό του
Ανταλλάσσουν τα αποκτήματά τους από τις μισογεμάτες σακούλες του σούπερ μάρκετ.
Ένα μαύρο σύννεφο από πάνω τους, τους απειλεί.
Μια γιαγιά που τα ’χει χαμένα τους χαμογελάει
Μέσα στους τόσους χειμώνες, βλέπουν καλοκαίρι.
Της ανταποδίδουν το χαμόγελο
Τους δίνει από ένα κρεμμυδάκι.

IV
Γεμάτο το θέατρο νεκρούς
Κι αυτή σαν να κοιμάται
Πήρε όσους μπορούσε στον λαιμό της
Ήσυχα κοιμάται
Με τους μωβ κύκλους κάτω απ’ τα μάτια.
Την ζωγραφίζω σ’ ένα τεράστιο καμβά
Βάζω και ένα παιδί στην αγκαλιά της.
Πιο κει μια Παναγία που αγιογράφησα χθες.
Ψιθυρίζω
«και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών»

V
Μαζεύει τα περισσεύματα σαπουνιού
Τα λιώνει στην κατσαρόλα
Προσθέτει στάχτη
Βάζει σε κουτάκια
Τα αφήνει να ξεραθούν.
Τρίβει το σαπούνι στον τρίφτη του τυριού
Καυτό νερό στη σκάφη
Με πλένει μαζί με τα ρούχα
Μας απλώνει στο σκοινί
Όλα καθαρά
Μέχρι να κυλιστώ στην λάσπη ξανά
Να υπάρχει η πρέπουσα δικαιολογία
Για ανακύκλωση.


Η Ζωραφιά Μεταξά γεννήθηκε το 1962 στον Πειραιά. Είναι ζωγράφος και αγιογράφος.