Οι αναζητήσεις και οι συζητήσεις γύρω από τη ζωή του Νικολάου Ούγκου Φόσκολο (Ζάκυνθος 1778 – Τέρναμ Γκριν/ Λονδίνο 1827), την προέλευση και ένταξη του έργου του στον ιταλικό Παρνασσό, την επίδραση που άσκησε αυτός στο ευρωπαϊκό και παγκόσμιο πνευματικό στερέωμα δεν έχουν καμφθεί. Στο πλαίσιο αυτών, με συστηματικό τρόπο οργανώνει διεισδυτικά την πολύχρονη ιστοριοδιφική έρευνα και την αισθητικά προσεγμένη εκδοτική ολοκλήρωσή της ο Διονύσης Ν. Μουσμούτης στο βιβλίο του: Ούγκο Φόσκολο. Ιστορικά και βιογραφικά παραλειπόμενα (στις εκδόσεις Τρίμορφο, Ζάκυνθος, 2010, σελ. 270 + 1 φ.). Ο συγγραφέας έχει εκδώσει ώς τώρα 16 βιβλία και έχει δημοσιεύσει δεκάδες εργασίες, κριτικές, επιφυλλίδες και σημειώματα για τον ελληνικό πολιτισμό και τα επτανησιακά γράμματα. Καθοριστική συμβολή αυτός είχε, ειδικότερα για τον Φόσκολο, και στα πιο πρόσφατα, πλούσια αφιερώματα των Επτανησιακών Φύλλων (προεξάρχοντος του Διονύση Σέρρα, 2007) και του Διαβάζω (2008). Ας σημειωθεί ακόμη ότι το ίδιο εκδοτικό σε συνεργασία με φορείς της ζακυνθινής αυτοδιοίκησης εξέδωσε το 2007 και τα βιβλία του Φόσκολο Οι Χάριτες (μτφρ.: Μαριέττα Μινώτου) και Οι Τάφοι, (μτφρ., εισ., επιμ.: Γεωργία Κόκλα-Παπαδάτου). Από αυτά επιβεβαιώνεται πανηγυρικά η διαπίστωση του Δ. Ν. Μουσμούτη ότι πρωτίστως η ζακυνθινή λογιοσύνη (και λιγότερο η πανελλήνια) ασχολήθηκε σοβαρά με την ελληνικότητα του Φόσκολο και την προβολή του έργου του στον ελληνόγλωσσο αναγνώστη.

Προς την κατεύθυνση αυτή κινούνται, όπως αναμένεται, και τα οκτώ μελετήματα του τόμου: «Πληροφορίες για την οικογένεια του Ούγκο Φόσκολο», «Τζουζέππε Πέκκιο, Αιμίλιος Τυπάλδος και Τζούλιο Φόσκολο. Προσπάθειες για μια «τεκμηριωμένη» βιογραφία», «Η Ελλάδα και τα οστά του Φόσκολο», «Το σπίτι του Φόσκολο», «Η περίπτωση του Αντριάνο μαρκήσιου Κολότσι», «Μια άγνωστη μετάφραση των Τάφων από τον Αντώνιο Μανούσο», «Ο Ούγκο Φόσκολο και η λογοτεχνική κριτική της Αριστεράς του Μεσοπολέμου» και «Βιβλιογραφικά του Ούγκο Φόσκολο. Καταγραφή δημοσιευμάτων στον αθηναϊκό Τύπο του 1927». Αθησαύριστη αρχειακή και ποιητική ύλη στα δύο παραρτήματα ενισχύει την τεκμηρίωση, ενώ στα θετικά της έκδοσης περιλαμβάνονται η βιβλιογραφία, η ανατύπωση («εκ του Ζακυνθινού Ανθώνος, έτος Β΄, φυλλ. Α΄, 1876») του «Πίνακος των εν Ζακύνθω συγγενών του Ούγου Φώσκολου», το πλούσιο εικονιστικό υλικό από ιδιωτικές και μουσειακές συλλογές Ελλάδας και Ιταλίας, το εκτενές ευρετήριο και η περίληψη του περιεχομένου στην Ιταλική.

Ο ποιητής, πεζογράφος, δοκιμιογράφος και δημοκρατικός στοχαστής Φόσκολο χρησιμοποίησε ως γλώσσα έκφρασης την ιταλική. Γι’ αυτό πολλοί μελετητές, παρόλο που υπέγραφε ως «Ugo Foscolo Zacintio», έσπευσαν να εγγράψουν το έργο του στην ιταλική λογοτεχνία, στην οποία κατέχει μια θέση πρωτεργάτη του κλασικισμού, ευεπίφορου ωστόσο και στον ρομαντισμό. Εκτός αυτών, πάρα πολλά τού οφείλουν και το ευρωπαϊκό ρεύμα «συναισθηματικής» λογοτεχνίας (μετέφρασε στην Ιταλική το Αισθηματικό ταξίδι στη Γαλλία και την Ιταλία – έργο του Λώρενς Στερν, έκδοση 1768) και το εξομολογητικό μυθιστόρημα (με επιστολιμαία μορφή και πολιτικό, πατριωτικό, προσανατολισμό το έργο του Οι τελευταίες επιστολές του Τζιάκοπο Όρτις, γραφή 1798-1802). Ο ίδιος όμως σε διαφορετικά διαστήματα πριν και μετά την Επανάσταση του 1821 και με πολλούς τρόπους επέμενε να τονίζει το ενδιαφέρον του για την Αρχαία και τη σύγχρονή του Ελλάδα, όπως και τη διάθεσή του να συμβάλλει στην αναγεννητική προσπάθεια της επαναστατημένης πατρίδας. Όμως αυτός και άλλοι υψηλοί σχεδιασμοί εμποδίστηκαν από πολιτικές συγκυρίες αρνητικές. Ανασχέσεις ονείρων, στερήσεις, διώξεις, προσφυγιά και περιπετειώδη γεγονότα σε μια ταραγμένη ιστορική περίοδο σημάδεψαν τη ζωή και το έργο του Φόσκολο.

Το ερευνητικό εγχείρημα του Δ.Ν. Μουσμούτη όντως αναδεικνύει τη μεταθανάτια «ταλαιπωρία» του ποιητή και του έργου του στις δύο πατρίδες, Ελλάδα και Ιταλία, τις ιδεολογικές αφετηρίες και τη μονομέρεια στην προβολή της «ιταλικότητας» του Φόσκολο. Εξάλλου, από τον Αντώνιο Μαρτελάο («Επίγραμμα εις τον Φώσκολον», π. 1807), τον Διονύσιο Σολωμό («Εlogio di Ugo Foscolo», 1827) ή τις επιδράσεις στους Ιωάννη Ζαμπέλιο, Ανδρέα Κάλβο και Αντώνιο Μάτεση και μέχρι τους μεταγενέστερους, επτανήσιους ως επί το πλείστον, μεταφραστές η συνομιλία και το ενδιαφέρον δεν χάνεται. Καταβάλλεται σοβαρή προσπάθεια να φέρουν τον Φόσκολο πιο κοντά στο ελληνικό κοινό. Αλλά αυτή παραμένει ανεπαρκής μάλλον, μέχρι τις τελευταίες δεκαετίες που πυκνώνουν αρκετά οι μεταφράσεις των έργων του. Επιπρόσθετα, τίθενται πλέον σε επανακαθορισμό θέματα που υπερβαίνουν το περιγραφικό πεδίο των μεταφράσεων ή της μαθητείας στην ιταλική παιδεία που βίωσε η επτανησιακή λογιοσύνη με το «ιδιότυπο ιστορικό πρόσωπο», όπως αναλύει αλλού ο Δημήτρης Αρβανιτάκης –ειδικότερα οι λογοτέχνες σαν τον Φόσκολο, τον Σολωμό, τον Κάλβο: Οι ωσμώσεις του ελληνικού και του ιταλικού πολιτισμού στο διάβα της νεότερης και σύγχρονης ιστορίας, ή και η δυναμική αλληλοπεριχώρηση αυτών των πολιτισμικών μορφωμάτων στο υπό την βενετική πολιτισμική ηγεμονία τοπικό επίπεδο των Ιονίων Νήσων δεν έχουν εξαντλητικά και οριστικά αναλυθεί.
Στο συνοπτικό σημείωμά μας ήδη κάναμε (περιορισμένο) λόγο για κάποιους από τους ξεχωριστούς κρίκους στη χρυσή αλυσίδα των ενεργειών για τη διάσωση και προβολή του λογοτεχνικού και φιλολογικού έργου του οραματιστή δημιουργού. Σημαντικότερη ίσως είναι η εκτίμηση ότι το γόνιμο πνεύμα του Φόσκολο, η αγάπη του για προσφορά στην κοινωνία και στον πανανθρώπινο πολιτισμό εξακολουθούν να συγκινούν τους ανθρώπους που δρουν τοπικά και σκέφτονται παγκόσμια για τη σωτηρία υψηλών ιδανικών, που φλόγισαν και την ψυχή του διανοητή. Το παράδειγμά του, σ’ αυτήν την εποχή κοινωνικών παγετώνων και ολόπλευρης κρίσης στην Ελλάδα, την Ιταλία και την Ευρώπη, αποτελεί μια καταφυγή και αφετηρία νέων προβληματισμών. Ακριβώς γιατί η προικισμένη ποιητική φύση συνυπάρχει με το πάθος του «ελευθέρου ανθρώπου Νικολάου Ούγκου Φόσκολου» για δικαιοσύνη, ελευθερία και πολιτική αρετή, για την κυριαρχία της ομορφιάς. Η Ωδή ξαναγράφεται με ένταση και βάθος.